Στοματολογία

Η στοματολογία είναι κλινική ειδικότητα με αντικείμενο τη νοσολογία και θεραπευτική των νόσων του βλεννογόνου της στοματικής κοιλότητας και ευρύτερα της γναθοπροσωπικής χώρας (στόματος, γνάθων και σιελογόνων αδένων). Κατά συνέπεια, η επιστήμη της στοματολογίας αποτελεί κλάδο της ιατρικής και θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ένα δέντρο που έχει τις ρίζες του στην ιατρική και τα κλαδιά του στην οδοντιατρική επιστήμη. Παραδοσιακά, από την εποχή του Ιπποκράτη, μία από τις πρώτες ενέργειες στις οποίες προέβαινε ο ιατρός κατά την κλινική εξέταση ενός ασθενή ήταν η εξέταση της στοματικής κοιλότητας. Ένας πολύ μεγάλος αριθμός (άνω των 500) τοπικών και συστηματικών νοσημάτων, καθώς και συνδρόμων, δίνει σημειολογία και συμπτωματολογία στη στοματογναθοπροσωπική χώρα. Συγκεκριμένα, ο βλεννογόνος του στόματος αποτελεί πεδίο εκδήλωσης τοπικών βλαβών και νόσων (τραυματικής ή μη αιτιολογίας), μικροβιακών, μυκητιασικών και ιογενών λοιμώξεων (σεξουαλικώς μεταδιδόμενων ή μη). Στη στοματική κοιλότητα εκδηλώνονται συστηματικές διαταραχές, όπως: Α) Αυτοάνοσα και ανοσολογικά νοσήματα (δηλαδή νοσήματα με διαταραχές του ανοσολογικού μηχανισμού: υποτροπιάζουσες άφθες, σύνδρομο Αδαμαντιάδη Behcet, κ.ά.). Β) Επιπλέον, χαρακτηριστικά νοσήματα τα οποία, εκτός της στοματικής κοιλότητας, προσβάλλουν και άλλα όργανα και συστήματα αποτελούν: Β1) Τα δερματοβλεννογόνια νοσήματα (ομαλός λειχήνας, πεμφιγοειδές, πέμφιγα, κ.ά.). Β2) Τα ρευματολογικά νοσήματα (ερυθηματώδης λύκος, σύνδρομο Sjögren, κ.ά.). Β3) Τα νοσήματα πεπτικού (νόσος Crohn, ελκώδης κολίτιδα, εντεροπάθεια από γλουτένη, κ.ά.). Εκτός των προαναφερθέντων, στη στοματογναθοπροσωπική χώρα εκδηλώνονται: Γ) Νοσήματα μεταβολισμού (αμυλοείδωση, αιμοχρωμάτωση, κ.ά.). Δ) Νοσήματα αίματος (αναιμίες, κ.ά.). Ε) Νοσήματα ενδοκρινών αδένων (σακχαρώδης διαβήτης, υποθυρεοειδισμός, νόσος Addison, κ.ά.). ΣΤ) Νοσήματα νεφρών (ουραιμική στοματίτιδα, κ.ά.). Η) Νοσήματα περιφερικού νευρικού συστήματος (σύνδρομο καυσαλγίας του στόματος, νευραλγία τριδύμου, παράλυση προσωπικού νεύρου, άτυπες προσωπαλγίες, κ.ά.). Θ) Κοκκιωματώσεις (σαρκοείδωση, στοματοπροσωπική κοκκιωμάτωση). Επιπλέον, ο βλεννογόνος του στόματος αποτελεί πεδίο εκδήλωσης δυσπλασιών και γενετικών νοσημάτων, αλλεργιών, προκαρκινικών βλαβών, καλοήθων και κακοήθων νεοπλασμάτων (καρκινώματα), μη νεοπλασματικών νοσημάτων γνάθων και σιελογόνων αδένων, καθώς και άλλων παθολογικών καταστάσεων. Οι στοματολογικές παθήσεις εμφανίζονται με τη μορφή έλκους, ογκιδίου, πλάκας, κύστης ή φυσαλίδας, με μεταβολές στη χροιά όπως μελανών, κυανών ή ερυθρών κηλίδων, καθώς και άλλων βλαβών. Οι βλάβες αυτές, αν παραμείνουν για χρονικό διάστημα άνω των 10 ημερών, θα πρέπει να προβληματίσουν τον ασθενή και να τον οδηγήσουν στον ειδικό. ΟΙ ΣΥΧΝΟΤΕΡΕΣ ΠΑΘΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ Ο ΣΤΟΜΑΤΟΛΟΓΟΣ ΕΙΝΑΙ: 
  1. Εξελκώσεις – ελκώσεις Άφθες Τραυματικά έλκη Καρκίνος στόματος (εμφανίζεται και με τη μορφή όγκου)
  2. Φυσαλιδοεξελκωτικές νόσοι – δερματοπάθειες Πεμφιγοειδές Πέμφιγα
  1. Στοματίτιδα Φαρμακευτική Νικοτινική
  1. Χειλίτιδα Συγχειλίτιδα Απολεπιστική χειλίτιδα, κ.ά.
  1. Νοσήματα γλώσσας Γεωγραφική γλώσσα Οσχεοειδής (αυλακωτή) γλώσσα Τριχωτή γλώσσα Υπερτροφία θηλών γλώσσας
  1. Λοιμώξεις Βακτηριακές (ελκονεκρωτική ουλίτιδα, περιστεφανίτιδα) Μυκητιάσεις (καντιντίαση στόματος) Ιογενείς λοιμώξεις (HPV λοίμωξη, έρπης)
  1. Προκαρκινικές βλάβες Λευκοπλακία Ερυθροπλακία Ακτινική χειλίτιδα
  1. Όγκοι (καλοήθεις) και κύστεις μαλακών μορίων Τραυματικό ίνωμα Θήλωμα Βλεννοκήλη
  1. Όγκοι και κύστεις γνάθων
  2. Μελανές βλάβες (μελαγχρωματικοί σπίλοι, αιμαγγειώματα, αιματώματα, ευρυαγγείες, κ.ά.)
  3. Ξηροστομία
  4. Καυσαλγία στόματος
  5. Γλωσσοδυνία
  6. Δυσγευσία – κακοσμία στόματος
Τη διαγνωστική προσέγγιση της πληθώρας αυτών των νόσων αναλαμβάνει ο στοματολόγος μετά από τριετή πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Ο στοματολόγος εμπλέκεται στη διάγνωση των νόσων αυτών που εκδηλώνονται σε όλο το ηλικιακό φάσμα (από προνήπια έως υπέργηρα άτομα). Η έκταση, η ένταση και η χρονική διάρκεια των βλαβών εξαρτώνται από τη φύση των παθήσεων. Η έναρξη της διαγνωστικής διαδικασίας είναι η λεπτομερής λήψη ιστορικού (οδοντιατρικού και ιατρικού) και η ενδελεχής κλινική εξέταση, που αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της ιατρικής επιστήμης, με σκοπό την ταυτοποίηση των βλαβών. Τα αρχικά αυτά στάδια της διάγνωσης αποτελούν σημαντικότατη ιατρική πράξη, διότι αποκαλύπτονται σημεία και συμπτώματα νοσημάτων. Επιπλέον, σε συνδυασμό με απεικονιστικές και εργαστηριακές εξετάσεις, παρέχεται η δυνατότητα συλλογής επιπλέον πληροφοριών για σημαντική και απόλυτη διαγνωστική ακρίβεια. Σημαντικό εργαλείο στη διαγνωστική φαρέτρα του στοματολόγου αποτελεί η βιοψία (μερική ή ολική αφαίρεση βλάβης) ύποπτων ή αδιευκρίνιστων βλαβών που θέτουν έντονα διαγνωστικά διλήμματα. Η βλάβη αποστέλλεται προς ιστολογική εξέταση στον άμεσο συνεργάτη, τον παθολογοανατόμο. Στη συντριπτική σχεδόν πλειοψηφία των περιπτώσεων, η βιοψία αποτελεί το «gold standard» της διαγνωστικής ακρίβειας για τον στοματολόγο. Σε πολλές περιπτώσεις, οι παθήσεις αντιμετωπίζονται με τη τοπική (τοπική–περιοχική) ή συστηματική (λήψη φαρμάκων από το στόμα) χορήγηση φαρμάκων, εντάσσοντας τη στοματολογία ως μία επιστήμη που άπτεται αποκλειστικά της παθολογίας του στοματογναθικού συστήματος. Ωστόσο, υπάρχουν περιπτώσεις όπου απαιτείται διενέργεια μικροεπεμβατικών πράξεων για την κατά το δυνατό ορθότερη αντιμετώπιση. Οι χειρουργικές αυτές πράξεις, εκτός της βιοψίας, σχετίζονται με αφαιρέσεις ξένων υλικών από τον βλεννογόνο του στόματος, εκτομές τραυματικών και προκαρκινικών βλαβών, κύστεων, καλοήθων ή κακοήθων όγκων, καθώς και άλλων παθολογικών καταστάσεων. Από το Οδοντιατρείο Στοματικής & Γναθοπροσωπικής Υγείας, οι αφαιρέσεις αυτών των βλαβών διενεργούνται, εκτός του χειρουργικού μαχαιριδίου, με ηλεκτροτόμο δια της διαθερμίας, καθώς και με διοδικό laser. Σε πολλές περιπτώσεις, ιδιαίτερα συστηματικών νοσημάτων, η αναβάθμιση της παρεχόμενης περίθαλψης επιτυγχάνεται σε συνεργασία με άλλες ιατρικές ειδικότητες, απαιτώντας πολυεπιστημονική προσέγγιση. Συμπερασματικά, επειδή το φάσμα εκδήλωσης των νοσημάτων στη στοματική κοιλότητα αφορά όλες τις ιατρικές ειδικότητες, αντιλαμβανόμαστε τη σπουδαιότητα του έργου και την πολυδιάστατη ενασχόληση του στοματολόγου.

Άφθες

Αποτελούν ένα από τα συχνότερα νοσήματα του στόματος, προσβάλλοντας το 10–30% του γενικού πληθυσμού. Εμφανίζονται ως επώδυνα μονήρη ή πολλαπλά «έλκη» (πληγές), διάρκειας 1–2 εβδομάδων. Ο αριθμός και η συχνότητα εμφάνισής τους ποικίλλει. Σε κάποιες περιπτώσεις η εκδήλωση είναι ιδιαίτερα συχνή (κάθε 15 ημέρες), καθιστώντας ιδιαίτερα δύσκολη ακόμη και τη σίτιση. Για τον λόγο αυτό οι άφθες αναφέρονται ως υποτροπιάζουσες, τονίζοντας τον υποτροπιάζοντα χαρακτήρα τους.

Οι υποτροπιάζουσες άφθες κλινικά διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες:

  1. Μικρές άφθες

  2. Μεγάλες άφθες

  3. Ερπητικού τύπου άφθες

Αν και η αιτιολογία εμφάνισης των αφθών είναι άγνωστη, διάφοροι τοπικοί και συστηματικοί παράγοντες προδιαθέτουν στην εμφάνισή τους. Έχουν προταθεί διάφορες θεωρίες όπως:

– Η γενετική προδιάθεση
– Τοπικές λοιμώξεις του στόματος
– Συστηματικές νόσοι (έλλειψη σιδήρου, φυλλικού οξέος, βιταμίνης B12 κ.ά.), νοσήματα γαστρεντερικού (νόσος Crohn)
– Ανεπάρκεια βιταμινών
– Τοπικοί τραυματισμοί στόματος
– Stress (σωματική και ψυχική καταπόνηση)
– Χημικές ουσίες, τροφές κ.ά.
– Ορμονικές διαταραχές (έμμηνος ρύση)

Η θεραπεία των αφθών επιτυγχάνεται συνήθως με τοπική ή συστηματική χορήγηση κορτικοστεροειδών, δηλαδή κορτιζονούχων σκευασμάτων. Σε περιπτώσεις ανεπιτυχούς ανταπόκρισης του ασθενούς στην κορτιζόνη, εφαρμόζονται ανοσοκατασταλτικά, βιολογικοί παράγοντες και πληθώρα άλλων θεραπευτικών μέσων.


Τραυματικό έλκος

Το τραυματικό έλκος είναι συχνή βλάβη του στόματος. Τα αίτια που το δημιουργούν είναι αυτοτραυματισμός, ρίζες δοντιών, αιχμηρά ξένα σώματα, σκληρές τροφές, αδέξια χρήση οδοντιατρικών εργαλείων, κακότεχνες οδοντιατρικές εργασίες κ.ά.

Η διάγνωση στηρίζεται στο ιστορικό, στη χαρακτηριστική κλινική εικόνα και ιδιαίτερα στη σχέση έλκους και τραυματικού παράγοντα. Εκτός των μηχανικών αιτίων, βλάβες ενδέχεται να προκληθούν από χημικά, θερμικά και ηλεκτρικά αίτια.

Η απομάκρυνση του τραυματικού παράγοντα επιφέρει σε διάστημα 7–10 ημερών επούλωση της περιοχής. Σε διαφορετική περίπτωση απαιτείται διερεύνηση της φύσης της βλάβης με τη διαδικασία της βιοψίας.


Καρκίνος στόματος

Ο καρκίνος του στόματος αποτελεί σχετικά συχνή μορφή καρκίνου. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ.) τον κατατάσσει έκτο σε σειρά συχνότητας, με το ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα να αποτελεί τον κυριότερο εκπρόσωπο σε ποσοστό >90% των περιπτώσεων.

Η πλειοψηφία των ασθενών είναι άνδρες (2/3 των ασθενών) ηλικίας άνω των 50–55 ετών. Τα τελευταία χρόνια ο καρκίνος του στόματος εμφανίζει ραγδαία αύξηση στο γυναικείο φύλο αλλά και σε μικρότερες ηλικίες που αφορούν την 3η και 4η δεκαετία της ζωής.

Το ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα παρουσιάζει κλινική ποικιλομορφία, δηλαδή εμφανίζεται συνήθως ως ερυθρή ή/και λευκή πλάκα, έλκωση, ογκίδιο με σκληρή βάση και σκληρία. Ο καρκίνος εμφανίζεται σε οποιαδήποτε θέση του στόματος, με κυριότερη εντόπιση τη γλώσσα, το κάτω χείλος και το έδαφος του στόματος.

Οι σημαντικότεροι αιτιολογικοί παράγοντες που σχετίζονται με την εμφάνιση του καρκίνου του στόματος είναι το κάπνισμα, το αλκοόλ, η HPV-λοίμωξη και η ηλιακή ακτινοβολία (καρκίνος κάτω χείλους).

Επιπλέον, το ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα ενδέχεται να αναπτυχθεί σε προϋπάρχουσες προκαρκινικές βλάβες (ακτινική χειλίτιδα, διαβρωτική μορφή ομαλού λειχήνα, υπερπλαστική καντιτίαση, συφιλιδική γλωσσίτιδα κ.ά.).

Η πρώιμη διάγνωση της νόσου είναι εξαιρετικά σημαντική και, κατά συνέπεια, η έγκαιρη ανακάλυψη ύποπτων βλαβών προδιαγράφει πιθανή θετική πορεία της νόσου και ίαση αυτής σε αρκετά υψηλά ποσοστά.

Η θεραπευτική αντιμετώπιση εξαρτάται από τη σταδιοποίηση της νόσου (μέγεθος όγκου, προσβολή λεμφαδένων, ύπαρξη απομακρυσμένων μεταστάσεων), η οποία γίνεται από ογκολογικό συμβούλιο. Η θεραπεία εξατομικεύεται για κάθε περίπτωση και είναι χειρουργική σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία ή/και ακτινοθεραπεία.

Σε περίπτωση ύπαρξης προκαρκινικών βλαβών κρίνεται απαραίτητη η επανεξέταση κάθε 3–6 μήνες, ώστε να ελέγχεται πιθανή αλλαγή των κλινικών χαρακτηριστικών που ενδέχεται να μεταφραστεί διαγνωστικά ως κακοήθεια.

Ίνωμα

Είναι ο πιο συχνός καλοήθης όγκος του στόματος και η αιτιολογία εμφάνισής του σχετίζεται με χρόνιο μηχανικό τραυματισμό σε οποιοδήποτε σημείο του βλεννογόνου (από σπασμένα δόντια, κακότεχνες ή φθαρμένες οδοντιατρικές εργασίες κ.ά.).

Εκδηλώνεται σχεδόν σε όλο το ηλικιακό φάσμα ως μονήρης ογκόμορφη υπερπλασία, συνήθως με φυσιολογική ή λευκότερη χροιά και λεία επιφάνεια. Η βλάβη πολλές φορές μπορεί να λάβει τέτοιες διαστάσεις, δυσχεραίνοντας σημαντικές λειτουργίες. Οι περιπτώσεις αυτές προκαλούν έντονη ανησυχία και δημιουργούν το συναίσθημα της φοβίας ύπαρξης καρκίνου στον ασθενή.

Η θεραπεία είναι η χειρουργική αφαίρεση.

Θήλωμα

Αποτελεί αρκετά συχνό καλοήθη όγκο του στόματος. Σε ποσοστό 50–60% ανιχνεύονται ιοί των θηλωμάτων του ανθρώπου (HPV) τύποι 6 και 11. Το θήλωμα παρουσιάζει χαρακτηριστική κλινική εικόνα με πολλαπλές μικρές προσεκβολές «σαν κουνουπίδι».

Ποικίλα στελέχη του συγκεκριμένου ιού θεωρούνται υπαίτια για μία πλειάδα και άλλων βλαβών του στόματος, όπως η κοινή μυρμηκία, το οξυτενές κονδύλωμα (σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα), καθώς και η εστιακή επιθηλιακή υπερπλασία. Οι καλοήθεις αυτές βλάβες εντάσσονται στις HPV-λοιμώξεις.

Η θεραπεία είναι η χειρουργική αφαίρεση.

Βλεννοκήλη

Σε ειδικές κοιλότητες του σπλαγχνικού κρανίου υπάρχουν τρία ζεύγη μεγάλων σιελογόνων αδένων (παρωτίδες, υπογλώσσιοι, υπογνάθιοι). Εκτός των μεγάλων αυτών αδένων, υπάρχουν και 400–500 διάσπαρτοι μικροί σιελογόνοι αδένες στο στόμα.

Η βλεννοκήλη σχηματίζεται από συγκέντρωση βλέννας (σιέλου) και προκαλείται από τραυματισμό που οδηγεί σε ρήξη του τοιχώματος του εκφορητικού πόρου του σιελογόνου αδένα ή από απόφραξη του πόρου λόγω παρουσίας σιαλόλιθου, στένωσης και άλλων αιτιών.

Η κύστη είναι πιο συχνή στο κάτω χείλος παιδιών και εφήβων, ενώ παρατηρείται λιγότερο συχνά και στους ενήλικες. Η κλινική εικόνα αφορά ανώδυνη, σαφώς περιγεγραμμένη διόγκωση με υποκυανή, φυσιολογική ή ερυθρή χροιά και ποικίλο μέγεθος (από λίγα χιλιοστά έως εκατοστά).

Η βλεννοκήλη εμφανίζεται ξαφνικά, φθάνει γρήγορα στο τελικό της μέγεθος, το οποίο διατηρείται για κάποιο διάστημα, και στη συνέχεια αδειάζει μερικώς, είτε αυτόματα είτε λόγω τραυματισμού, και επανεμφανίζεται.

Η θεραπεία είναι η χειρουργική αφαίρεση.

Λοιμώξεις

Μυκητίαση (Καντιτίαση)

Η καντιτίαση είναι η συχνότερη μυκητίαση του στόματος και οφείλεται στον μύκητα Candida albicans. Παράγοντες που προδιαθέτουν στην εκδήλωσή της είναι τοπικοί (ξηροστομία, κακή στοματική υγιεινή, χρόνιοι τραυματισμοί, παρατεταμένη χρήση αντιβιοτικών, χρόνια χρήση εισπνεόμενων κορτικοειδών κ.ά.) και συστηματικοί (αναιμίες, διαβήτης, ανοσοανεπάρκειες, ασθενείς με AIDS, λευχαιμία και άλλες κακοήθειες, νοσήματα ενδοκρινών αδένων κ.ά.).

Η καντιτίαση εμφανίζεται με διάφορες μορφές, με συνηθέστερη την παρουσία λευκών ή λευκοκίτρινων πλακών που αποκολλώνται εύκολα με την τριβή, αφήνοντας αιματηρή επιφάνεια. Ο ασθενής παραπονείται για ξηρότητα, καύσο και δυσκολία στην κατάποση.

Επιπλέον, μπορεί να εμφανιστεί ως ερυθρή επιφάνεια στην υπερώα (ουρανίσκο) και στη ράχη της γλώσσας. Η στοματίτιδα από οδοντοστοιχία εμφανίζεται με αντίστοιχη κλινική εικόνα στην υπερώα και είναι αποτέλεσμα μακράς παραμονής κακότεχνης οδοντοστοιχίας στο στόμα. Οι ανώμαλες μηχανικές πιέσεις, η παρουσία υπολειμμάτων τροφών και η συμμετοχή του μύκητα Candida albicans ευθύνονται για την εκδήλωση των βλαβών.

Η θεραπεία της καντιτίασης γίνεται με χορήγηση αντιμυκητιασικών φαρμάκων.

Ελκονεκρωτική ουλίτιδα – Ελκονεκρωτική στοματίτιδα

Η ελκονεκρωτική ουλίτιδα είναι οξεία επώδυνη φλεγμονώδης νόσος. Οφείλεται κυρίως σε αναερόβια βακτήρια, ενώ σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν η σωματική κόπωση και το ψυχικό stress. Παρουσιάζει αιφνίδια και οξεία έναρξη, προσβάλλοντας κυρίως εφήβους και ενήλικες ηλικίας 20–30 ετών.

Η κλινική εικόνα περιλαμβάνει ερυθρά και οιδηματώδη ούλα με νέκρωση των μεσοδόντιων θηλών, έντονη κακοσμία και σιαλόρροια. Η νόσος συνοδεύεται από κακουχία, ήπιο πυρετό και διόγκωση λεμφαδένων.

Η ελκονεκρωτική στοματίτιδα αποτελεί επέκταση της ελκονεκρωτικής ουλίτιδας σε γειτονικές περιοχές του βλεννογόνου του στόματος, κυρίως σε ασθενείς υπό ανοσοκαταστολή.

Η θεραπεία περιλαμβάνει χορήγηση αντιβιοτικών και αντισηπτικών στοματικών πλύσεων.

Ομαλός λειχήνας

Ο ομαλός λειχήνας είναι μια συχνή, αυτοάνοσης αιτιολογίας, δερματοβλεννογόνια νόσος που προσβάλλει το δέρμα και τους καλυπτικούς βλεννογόνους (στόμα, φάρυγγα, οισοφάγο, γεννητικά όργανα κ.ά.).

Η αιτιολογία είναι άγνωστη, αν και αναφέρεται συσχέτιση με το stress και τη συνύπαρξη άλλων νοσημάτων αυτοάνοσης αιτιολογίας. Επιπλέον, η εκδήλωση του ομαλού λειχήνα συσχετίζεται με την ηπατίτιδα C και άλλες νόσους.

Ο ομαλός λειχήνας εκδηλώνεται συνήθως με την τυπική ή δικτυωτή μορφή και συγκεκριμένα με τη μορφή λευκών γραμμώσεων στο στόμα. Άλλες μορφές αποτελούν η διαβρωτική (με τη μορφή πληγών και λευκών γραμμώσεων), η ατροφική, η μελαγχρωματική, καθώς και μορφές με διαφορετική κλινική εικόνα.

Η θεραπεία του ομαλού λειχήνα συνίσταται στην τοπική ή συστηματική χορήγηση κορτικοστεροειδών, συμπλεγμάτων βιταμινών Α και Ε, ρετινοειδών κ.ά.

Ξηροστομία

Ξηροστομία ορίζεται η κατάσταση κατά την οποία η παραγωγή του σιέλου από τους σιελογόνους αδένες είναι μειωμένη, με αποτέλεσμα να υπάρχει αίσθηση ξηρότητας στη στοματική κοιλότητα. Η ξηροστομία είναι συνήθως υποκειμενικό σύμπτωμα, μπορεί όμως να αποτελεί και αντικειμενικό σημείο που διαπιστώνει ο ιατρός.

Στις περιπτώσεις αυτές ο βλεννογόνος είναι λείος, ξηρός, στιλπνός και ερυθρός. Πολλές φορές το σάλιο είναι παχύ, κολλώδες και «αφρώδες» λόγω της μειωμένης παραγωγής και έκκρισής του. Υποκειμενικά, οι ασθενείς παραπονούνται συχνά για αίσθημα καύσου, αλλαγές στη γεύση, δυσκολίες στη μάσηση, την κατάποση και την ομιλία.

Υπολογίζεται ότι περισσότερα από 500 φάρμακα μπορεί να προκαλέσουν ξηροστομία. Επιπλέον, διάφορα συστηματικά νοσήματα, όπως το σύνδρομο Sjögren, η λοίμωξη HIV (AIDS), ο σακχαρώδης διαβήτης, γενετικά νοσήματα, το ψυχικό stress, η καντιτίαση, η στοματική αναπνοή, το κάπνισμα και δυσπλασίες των σιελογόνων αδένων, σχετίζονται με την εμφάνισή της.

Οι επιπλοκές της ξηροστομίας περιλαμβάνουν ξηρό και ατροφικό βλεννογόνο, ουλίτιδα, γλωσσοδυνία, αυξημένο τερηδονισμό των δοντιών, μειωμένη συγκράτηση των οδοντοστοιχιών κ.ά.

Η θεραπεία συνίσταται στην ανεύρεση των αιτίων, τοπικών ή συστηματικών. Η ξηροστομία αντιμετωπίζεται τοπικά με υποκατάστατα σιέλου, τα οποία ενυδατώνουν παροδικά τον βλεννογόνο του στόματος. Χρήσιμα είναι και τα σιαλαγωγά φάρμακα (πιλοκαρπίνη, σεβιμελίνη) που διεγείρουν τους αδένες προς έκκριση. Η από κοινού αντιμετώπιση με τον θεράποντα ιατρό, σε περιπτώσεις που σχετίζονται με συστηματικό νόσημα, προσφέρει το βέλτιστο αποτέλεσμα.


Καυσαλγία στόματος

Ως καυσαλγία στόματος ορίζεται η χρόνια επώδυνη υποκειμενική αίσθηση, η οποία περιγράφεται κατά κανόνα ως καύσος (κάψιμο) σε διάφορα σημεία του βλεννογόνου του στόματος ή στο σύνολό του. Επιπλέον, μπορεί να περιγράφεται ως τσούξιμο, νυγμός (τσίμπημα), μυρμήγκιασμα ή αίσθηση τάσης.

Αποτελεί συχνή νοσολογική οντότητα με μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης στο γυναικείο φύλο, ιδιαίτερα κατά την εμμηνόπαυση, πριν ή και μετά από αυτήν.

Η καυσαλγία διακρίνεται σε ιδιοπαθή, όταν τα αίτια είναι άγνωστα, και σε δευτεροπαθή. Στην περίπτωση της δευτεροπαθούς τα αίτια διακρίνονται σε:

  1. Τοπικά (αυλακωτή ή/και γεωγραφική γλώσσα, τοπικές λοιμώξεις, μειωμένη παραγωγή και έκκριση σιέλου κ.ά.).

  2. Συστηματικά (σακχαρώδης διαβήτης, στερητικές αναιμίες, υποβιταμινώσεις, λήψη διαφόρων φαρμάκων, εμμηνόπαυση κ.ά.).

  3. Ψυχογενή (άγχος, ψυχώσεις, τραυματισμοί και παραλειτουργικές έξεις, όπως σφίξιμο και πίεση των δοντιών ή πίεση της γλώσσας στα δόντια κ.ά.).

Στο 75–80% των περιπτώσεων η επώδυνη αίσθηση εντοπίζεται στην κορυφή και τα πλάγια χείλη της γλώσσας, ενώ μπορεί να παρατηρηθεί και σε άλλα σημεία του βλεννογόνου. Τα χαρακτηριστικά του πόνου διαφέρουν ως προς την ένταση, τη διάρκεια και το αν είναι συνεχής ή διαλείπων.

Ο πόνος μπορεί να συνοδεύεται από άλλα συμπτώματα, όπως ξηροστομία ή/και δυσγευσία (μεταλλική, πικρή ή αλμυρή γεύση). Η συνύπαρξη καυσαλγίας, ξηροστομίας και δυσγευσίας αναφέρεται ως σύνδρομο καυσαλγίας στόματος.

Η θεραπεία είναι συμπτωματική όταν τα αίτια είναι άγνωστα και αιτιολογική όταν συσχετίζεται με τοπικό, συστηματικό ή ψυχογενές νόσημα. Η καυσαλγία υπάγεται στους νευροπαθητικούς πόνους, συνεπώς η χορήγηση νευρολογικών φαρμάκων μπορεί να προσφέρει θεραπευτικά αποτελέσματα. Επιπλέον, η χορήγηση αντιοξειδωτικών σκευασμάτων (άλφα-λιποϊκό οξύ, καψαϊκίνη) μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι ωφέλιμη.


Κακοσμία στόματος

Η κακοσμία του στόματος ή χαλίτωση αποτελεί συχνό πρόβλημα στην καθημερινή πράξη. Υπολογίζεται ότι ποσοστό άνω του 30% των ενηλίκων ηλικίας ≥60 ετών προσέρχονται στο ιατρείο για το συγκεκριμένο ζήτημα.

Σε περιπτώσεις απουσίας παθολογικών καταστάσεων, η κακοσμία προέρχεται από παροδικές δυσοσμίες που σχετίζονται με τη διατροφή. Στις περιπτώσεις παθολογικής στοματικής δυσοσμίας, τα αίτια περιλαμβάνουν τερηδόνα, νόσους των ούλων (ουλίτιδα, περιοδοντίτιδα) και επιδεινώνονται από τη συνύπαρξη ξηροστομίας.

Η παθολογική εξωστοματική κακοσμία μπορεί να προέρχεται από νόσους της μύτης, των παραρρινικών κόλπων, του λάρυγγα, του αναπνευστικού και του ανώτερου γαστρεντερικού συστήματος. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διερευνηθούν πιθανές αιτίες από οποιοδήποτε όργανο ή σύστημα που συσχετίζεται με παθολογική κακοσμία (π.χ. διαβήτης, ηπατική κίρρωση, ουραιμία κ.ά.).

Η θεραπεία περιλαμβάνει καθημερινή στοματική υγιεινή με χρήση οδοντόβουρτσας, οδοντικού νήματος, μεσοδόντιων βουρτσών και κατάλληλων αντισηπτικών διαλυμάτων. Από την πλευρά του ιατρού είναι απαραίτητη η διενέργεια τακτικών ελέγχων με θεραπευτικές παρεμβάσεις σε εξαμηνιαία βάση ή συχνότερα, εφόσον απαιτείται. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να προταθεί και φαρμακευτική αγωγή για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Με Εμπειρία & Σύγχρονες Οδοντιατρικές Τεχνικές

Επικοινωνήστε μαζί μας